σοφισματώδης
σοφισματώδης, sophistical
σοφ-ισμᾰτώδης, ες,
- sophistical, Arist. Top. 158a35, Procl. in Prm. p.954 S.
σοφισματώδης, ης, ες [ᾰ] sophistique, captieux, Arstt. Top. 8, 3, 1.
Étym. σόφισμα, -ωδης.
σοφισματώδης, ες, einem σόφισμα ähnlich, Arist. top. 8.3 u. Sp.