σπατάλημα
σπᾰτᾰλ-ημα, ατος, τό,
- = foreg. [σπατάλη], of delicacies eaten, AP 9.642.1 (Agath.).
σπατάλημα, ατος (τὸ) [ᾰᾰλ] luxe, Anth. 9, 642.
Étym. σπαταλάω.
σπατάλημα, τό, = σπατάλη, Schwelgerei, Agath. 53 (IX.642).