σπάω
σπάω, to draw
- draw, hence,
- I of a sword, draw, mostly in Med., φάσγανά τε σπάσσασθε Od. 22.74; σπασσάμενος . . ἄορ παχέος παρὰ μηροῦ Il. 16.473; ἐκ δʼ ἄρα σύριγγος . . ἐσπάσατʼ ἔγχος 19.387; σπασαμένων τὰς μαχαίρας PTeb. 48.19 (ii B.C.), cf. 138 (ii B.C.): in Act., ξίφος σπάσαντα E. Or. 1194; φάσγανον σπάσας χερί Id. IT 322:—Pass., ἐσπασμένοι τὰ ξίφη having their swords drawn, X. An. 7.4.16; ἐσπασμένον ὃν εἶχεν ἀκινάκην Id. Cyr. 7.5.29; ἐσπασμένοις τοῖς ξίφεσι D.S. 4.52.
- 2 of other things, ἐκ χειρὸς χεῖρα σπάσατο Od. 2.321; σπασάμην ῥῶπάς τε λύγους τε 10.166; ὡς ἕκαστος ἔσπασεν τύχης πάλον drew the lot (out of the helmet), A. Ag. 333:—Pass., σπασθέντος (sc. ἔγχεος ἔξω χροός) Il. 11.458.
- 3 abs., σπᾶτʼ ἀνδρείως pull, hoist away, like men, Ar. Pax 498.
- II of violent actions, pluck off or out, κόμην S. OT 1243; λάχνην Id. Tr. 690; cf. σπαστέος.
- 2 tear, rend, esp. of ravenous animals, S. Ant. 258, 1003; λαιμοτόμους κεφαλάς dub. l. in E. IA 776 (lyr.); σ. τοῖς ὄνυξιν [τοὺς νεοττούς], of the eagle, Arist. HA 619b31:—Pass., φλέβιον, σάρκα σπασθῆναι, Hp. Morb. 1.17.
- 3 wrench, sprain, τὸ σκέλος ἔσπασε Plu. Arat. 33:—Pass., τὸν μηρὸν σπασθῆναι Hdt. 6.134; τοὺς πόδας E. Cyc. 639.
- 4 snatch, tear or drag away, πῶλον παρὰ συννόμων Pl. Lg. 666e; ὑπὸ πτερῶν E. Andr. 441:—Pass., ἔλαφον ἀπʼ ἐμῶν γονάτων σπασθεῖσαν Id. Hec. 92 (lyr.); ἐκ βραχίονος σπασθείς ib. 408.
- 5 metaph., carry away, draw aside, ἀλλά σʼ ἔσπασεν πειθώ S. El. 561; τὰ πάθη οἷον νεῦρα σ. ἡμᾶς Pl. Lg. 644e.
- 6 Medic., cause convulsion or spasm, v.l. in Hp. Art. 67:—Pass., to be convulsed, σπασθεὶς ἀποθνῄσκει Id. Aph. 5.5, Thphr. HP 4.4.13, etc.; ἐσπᾶτο γὰρ πέδονδε καὶ μετάρσιος, of Heracles in his agony, S. Tr. 786, cf. σπάσμα, σπασμός: metaph., to be harassed, anxious, Arr. Epict. 1.1.16.
- III draw in, suck in, θρόμβον αἵματος A. Ch. 533; ἔσπασεν ἄμυστιν ἑλκύσας E. Cyc. 417; συνεκθανεῖν σπῶντα χρὴ τῷ πώματι ib. 571; μεστὴν ἀκράτου Θηρίκλειον ἔσπασεν Alex. 5, cf. 285; opp. λάπτω, κάπτω, Plu. QConv. 2.699d, cf. σπάσις II; σ. τὸν μαστόν suck it, Arist. HA 587a33; σ. ἀμυστί Ael. NA 6.51; and in Med., ταυρείου σπασάμενος αἵματος Apollod. 1.9.27:—Pass., of the female, to be sucked, Arist. HA 576b11 (τὸ ἄγαν σπᾶσθαι prob. l.); cf. ἕλκω A. II.4.
- 2 σ. τὸ πνεῦμα draw breath, Id. Resp. 473a2; τὸν ἀέρα τὸν κοινόν Men. 531.7; absorb, ἕκαστον τῶν τοῦ σώματος τὸ αὑτῷ οἰκεῖον ἐσπακέναι Arist. Pr. 930a21.
- 3 metaph., derive, τροφήν, of winds, Hp. Vict. 2.38; πειθώ τε καὶ εἵμερον ἔσπασε ἐκ . . drew, derived . ., IG 14.889 (Sinuessa); σ. ἔρωτα enjoy it, Opp. H. 4.270; ὀλίγον ὕπνου σ. snatch a little sleep, Hld. 5.1:—Med., Id. 2.16.
- IV draw tight, pull the reins, χαλινῷ τὸ στόμα τοῦ ἵππου X. Eq. 9.7.1, cf. 9.5; but τὸν χαλινὸν ἐκ τῶν ὀδόντων ἵππου Pl. Phdr. 254e.
- 2 of angling, ἡ μήρινθος οὐδὲν ἔσπασεν Ar. Th. 928: hence prov., οὐκ ἔσπασεν ταύτῃ γε ‘he took nothing by his motion’, Id. V. 175.
- V derive, ἐπωνυμίαν παρά τινων Philostr. VS 2.10.6, cf. Ael. NA 14.15 (Med.); ἀρχὴν λυρικῆς καὶ πέρας σ. AP 9.184 (s. v.l.); ῥίζαν σ. τινός derive oneʼs origin from . ., Lyc. 623; σ. τὴν κλῆσιν ἀπό τινος S.E. M. 1.46; ἔννοιαν θεοῦ ἐκ τῶν κατὰ τοὺς ὕπνους φαντασιῶν Epicur. Fr. 353.
1. trekken
a. trekken (aan):
b. eruit trekken, uitrukken, lostrekken,
c. omhoog trekken, ophalen, eig. bij het vissen, steeds overdr. binnenhalen:
d. uit elkaar trekken, verscheuren, van dieren en hun prooi.
e. wegtrekken, wegrukken, wegsleuren; met
2. uitbr. opzuigen, opslurpen:
3. overdr. naar zich toe trekken, overhalen:
4. geneesk.
a. verrekken, verstuiken, ontwrichten:
b. med.-pass. ook door spasmen
1) ziehen, herausziehen ; Hom., im aor. med., für sich, zu sich, ἐκ χειρὸς χεῖρα σπάσατο, aus der Hand zog er seine Hand, Od. 2.321 ; σπασάμην ῥῶπάς τε λύγους τε, 10.166 ; bes. das Schwert, φάσγανά τε σπάσσασθε 22.74, σπασσάμενος τανύηκες ἄορ παχέος παρὰ μηροῦ 10.439, u. öfter ; ἐκ δʼ ἄρα σύριγγος πασπασθέντος, sc. ἔγχεος ἐξ ὠτειλῆς, Il. 11.458 ; Pind. σπασσάμενος ἄροτρον, P. 4.234 ; ὡς ἕκαστος ἔσπασεν τύχης πάλον, wie Jeder sein Los gezogen, Aesch. Ag. 324 ; κόμην σπῶσα, das Haar raufend, Soph. O.R. 1243 ; von wilden Tieren, zerren, zerfleischen, Ant. 258 ; von Raubvögeln, σπῶντας ἐν χηλαῖσιν ἀλλήλους φοναῖς ἔγνων, Ant. 990, wo der Schol. erkl. σπαράττοντες ἀλλήλους φοινικοῖς ὄνυξι ; ξίφος σπάσαντα, Eur. Or. 1194, u. öfter ; Xen. vrbdt ἐσπασμένος ἀκινάκην, mit gezücktem Schwerte, Cyr. 7.5.29, u. öfter so im med., u. Sp.; – τὸ σκέλος ἔσπασε φεύγων, er verrenkte sich das Bein, Plut. Arat. 33, wie bei Her. τὸν μηρὸν σπασθῆναι, 6.134 ; vgl. Eur. Cycl. 693.
Bei den Medic. = Zuckungen, Krämpfe verursachen.
2) einziehen, saugen, schlürsen, einen Zug tun (wie bei uns zechen von ziehen); ὥστʼ ἐν γάλακτι θρόμβον αἵματος σπάσαι, Aesch. Ch. 526 ; συνεκθανεῖν σπῶντα χρὴ τῷ πώματι, Eur. Cycl. 568 ; ἔσπασεν ἄμυστιν ἑλκύσας, 416 ; ἀμυστὶ σπῶσι, Ael. H.A. 6.51 ; von λάπτειν verschieden, Plut. Symp. 7.1.3 ; – auch übertr., μικρὸν ἐσπάσαντο ὕπνου u. ὀλίγον ὕπνον σπάσωμεν, Heliod. 2.16, 4.1, Schlaf genießen ; ἐπὶ θαλλοῖσιν ἔρωτα ἔσπασεν, Opp. Hal. 1.269 ; überh. irgendwo entnehmen, sich aneignen, τὴν ἐπωνυμίαν παρʼ αὐτοῦ ἔσπασεν, er nahm den Beinamen von ihm an, Philostr., u. öfter. – Sprichwörtlich wie bei uns οὐκ ἔσπασε ταύτῃ γε, auf diese Weise zog es nicht, half oder wirkte es nicht, Ar. Vesp. 175, vgl. Th. 928.
3 sing. aor. ἔσπασε Il. 12.395, Il. 13.178. σπάσε Il. 5.859.
Aor. mid. σπασάμην Od. 10.166.
3 sing. (ἐ)σπάσατο Il. 4.530, Il. 5.621, Il. 13.510, Il. 19.387 : Od. 2.321. σπάσσατο Il. 11.240.
Imp. pl. σπάσσασθε Od. 22.74.
Pple. σπασσάμενος Il. 16.473 : Od. 10.439, Od. 11.231.
Genit. sing. neut. aor. pple. pass. σπασθέντος Il. 11.458.
(ἀνα-, ἐκ-)
- 1
To draw, pull, pluck, in a specified direction : ἐκ δόρυ σπάσεν αὖτις Il. 5.859. Cf. Il. 11.458, Il. 12.395, Il. 13.178.
In mid. Il. 4.530, Il. 5.621 = Il. 13.510, Il. 11.240 : Od. 2.321.
- 2
In mid., to draw (one’s sword) : σπασσάμενος ἄορ παρὰ μηροῦ Il. 16.473 : = Od. 10.439 = Od. 11.231. Cf. Od. 22.74.
Sim. of drawing a spear from its σῦριγξ
: ἐκ σύριγγος ἐσπάσατʼ ἔγχος Il. 19.387. - 3
To pull off or pluck (something growing).
In mid. : σπασάμην ῥῶπάς τε λύγους τε Od. 10.166.
- 1
- 1grasp σπασσάμενος δʼ ἄροτρον P. 4.234
- 1of a sword, to draw, Eur.;—mostly in Mid., Hom.:—Pass. to be drawn, Il.; ἐσπασμένοι τὰ ξίφη having their swords drawn, Xen.
- 2πάλον σπᾶν to draw a lot (out of a helmet), Aesch.
- 3absol., σπᾶτʼ ἀνδρείως pull, hoist away, like men.
- IIof violent actions, to pluck off or out, κόμην Soph.
- 2like σπαράσσω, to tear, rend, of beasts, Soph.
- 3to wrench, sprain:—Pass., τὸν μηρὸν σπασθῆναι Hdt.
- 4to snatch, tear or drag away, Eur.
- 5metaph. to carry away, draw aside, Soph., Plat.
- 6Pass. to be convulsed, Soph.
- IIIto draw in, suck in, quaff, Aesch., Eur.
- IVto draw tight, pull the reins, Xen.
- 2of angling: hence, proverb., οὐκ ἔσπασεν ταύτηι γε he took nothing by his motion," Ar.
- Vto adopt, appropriate, Anth.
-
…· ὃ δέ μιν τίεν ἶσα τέκεσσι. τόν ῥʼ υἱὸς Τελαμῶνος ὑπʼ οὔατος ἔγχεϊ μακρῷ νύξʼ, ἐκ δʼ ἔσπασεν ἔγχος · ὃ δʼ αὖτʼ ἔπεσεν μελίη ὣς ἥ τʼ ὄρεος κορυφῇ ἕκαθεν περιφαινομένοιο χαλκῷ ταμνομένη τέρενα χθονὶ φύλλα πελάσσῃ…
Homer, Iliad
-
…κενεῶνα ὅθι ζωννύσκετο μίτρῃ · τῇ ῥά μιν οὖτα τυχών, διὰ δὲ χρόα καλὸν ἔδαψεν, ἐκ δὲ δόρυ σπάσεν αὖτις · ὃ δʼ ἔβραχε χάλκεος Ἄρης ὅσσόν τʼ ἐννεάχιλοι ἐπίαχον ἢ δεκάχιλοι ἀνέρες ἐν πολέμῳ ἔριδα ξυνάγοντες Ἄρηος .…
Homer, Iliad
-
…καὶ τό γε χειρὶ λαβὼν εὐρὺ κρείων Ἀγαμέμνων ἕλκʼ ἐπὶ οἷ μεμαὼς ὥς τε λίς, ἐκ δʼ ἄρα χειρὸς σπάσσατο · τὸν δʼ ἄορι πλῆξʼ αὐχένα, λῦσε δὲ γυῖα. ὣς ὃ μὲν αὖθι πεσὼν κοιμήσατο χάλκεον ὕπνον οἰκτρὸς…
Homer, Iliad
-
…εἵπετʼ Ὀδυσσεύς · τούτου γὰρ καὶ κεῖνοι ἀτασθαλίῃσιν ὄλοντο. ὣς ἔφατʼ, αὐτὰρ ἐγώ γε μετὰ φρεσὶ μερμήριξα, σπασσάμενος τανύηκες ἄορ παχέος παρὰ μηροῦ, τῷ οἱ ἀποπλήξας κεφαλὴν οὖδάσδε πελάσσαι, καὶ πηῷ περ ἐόντι μάλα σχεδόν ·…
Homer, Odyssey
-
…; αὐτὴ προσέσχε μαζὸν ἐν τὠνείρατι. καὶ πῶς ἄτρωτον οὖθαρ ἦν ὑπὸ στύγους ; ὥστʼ ἐν γάλακτι θρόμβον αἵματος σπάσαι. οὔτοι μάταιον · ἀνδρὸς ὄψανον πέλει. ἡ δʼ ἐξ ὕπνου κέκλαγγεν ἐπτοημένη. πολλοὶ δʼ ἀνῇθον, ἐκτυφλωθέντες…
Aeschylus, Libation Bearers
-
…τʼ ἐνόησεν · ὅμως δʼ οὐ λήθετο χάρμης, ἀλλʼ ὅ γε Θεστορίδην Ἀλκμάονα δουρὶ τυχήσας νύξʼ, ἐκ δʼ ἔσπασεν ἔγχος · ὃ δʼ ἑσπόμενος πέσε δουρὶ πρηνής, ἀμφὶ δέ οἱ βράχε τεύχεα ποικίλα χαλκῷ, Σαρπηδὼν δʼ ἄρʼ…
Homer, Iliad
-
…, ἡνία δέ σφι σύγχυτʼ, ἐπεὶ δὴ κεῖτο παρήορος ἐν κονίῃσι. τοῖο μὲν Αὐτομέδων δουρικλυτὸς εὕρετο τέκμωρ · σπασσάμενος τανύηκες ἄορ παχέος παρὰ μηροῦ ἀΐξας ἀπέκοψε παρήορον οὐδʼ ἐμάτησε · τὼ δʼ ἰθυνθήτην, ἐν δὲ ῥυτῆρσι τάνυσθεν ·…
Homer, Iliad
-
…στέρνον ὑπὲρ μαζοῖο, πάγη δʼ ἐν πνεύμονι χαλκός · ἀγχίμολον δέ οἱ ἦλθε Θόας, ἐκ δʼ ὄβριμον ἔγχος ἐσπάσατο στέρνοιο, ἐρύσσατο δὲ ξίφος ὀξύ, τῷ ὅ γε γαστέρα τύψε μέσην, ἐκ δʼ αἴνυτο θυμόν. τεύχεα…
Homer, Iliad
-
…πατρός. τοιγὰρ θέλουσʼ ἄκοντι κοινώνει κακῶν ψυχή, θανόντι ζῶσα συγγόνῳ φρενί. τούτου δὲ σάρκας οὐδὲ κοιλογάστορες λύκοι σπάσονται · μὴ δοκησάτω τινί. τάφον γὰρ αὐτῷ καὶ κατασκαφὰς ἐγώ, γυνή περ οὖσα, τῷδε μηχανήσομαι, κόλπῳ…
Aeschylus, Seven Against Thebes
-
…δῖοι Ἀχαιοί. ὣς εἰπὼν Σώκοιο δαΐφρονος ὄβριμον ἔγχος ἔξω τε χροὸς ἕλκε καὶ ἀσπίδος ὀμφαλοέσσης · αἷμα δέ οἱ σπασθέντος ἀνέσσυτο, κῆδε δὲ θυμόν. Τρῶες δὲ μεγάθυμοι ὅπως ἴδον αἷμʼ Ὀδυσῆος κεκλόμενοι καθʼ ὅμιλον ἐπʼ αὐτῷ πάντες ἔβησαν…
Homer, Iliad