Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
στερνώδης
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
στεριφοποιέω
στέριφος
στεριφότης
στεριφόω
στερίφωμα
στερκτέον
στερκτικός
στερκτός
στερνίδιον
στέρνιξ
στέρνιον
στερνίον
στερνίτης
στερνῖτις
στερνοβριθής
στερνοκοπέομαι
στερνοκτυπέω
στερνοκτύπος
στερνόμαντις
στέρνον
στερνοσχιδής
στερνοσώματος
στερνοτυπέομαι
στερνοτυπής
στερνοτυπία
στερνοτυπτέομαι
στερνοτύπτης
στερνοῦχος
στερνόφθαλμος
στερνοφορέω
στερνώδης
στέρξις
στέρομαι
στεροπά
στεροπεύς
στεροπή
Στερόπη
στεροπηγερέτα
Στερόπης
στερός
στέροψ
στερροβαρής
στερροβόας
στερρόγυιος
στερρόνους
στερρόομαι
στερροποιέω
στερρός
Στερρός
στερροσώματος
στερρότης
στερρόω
στερρῶνυξ
στερρῶς
στερρωτικός
στερφίνα
στέρφινος
στέρφνιος
στερφόπεπλος
στέρφος
στερφόω
…
στερνώδης
Save
Pape
στερνώδης
, ες,
brustartig, mit starker Brust
, Scholl.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}