Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Στερόπη
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
στερκτικός
στερκτός
στερνίδιον
στέρνιξ
στέρνιον
στερνίον
στερνίτης
στερνῖτις
στερνοβριθής
στερνοκοπέομαι
στερνοκτυπέω
στερνοκτύπος
στερνόμαντις
στέρνον
στερνοσχιδής
στερνοσώματος
στερνοτυπέομαι
στερνοτυπής
στερνοτυπία
στερνοτυπτέομαι
στερνοτύπτης
στερνοῦχος
στερνόφθαλμος
στερνοφορέω
στερνώδης
στέρξις
στέρομαι
στεροπά
στεροπεύς
στεροπή
Στερόπη
στεροπηγερέτα
Στερόπης
στερός
στέροψ
στερροβαρής
στερροβόας
στερρόγυιος
στερρόνους
στερρόομαι
στερροποιέω
στερρός
Στερρός
στερροσώματος
στερρότης
στερρόω
στερρῶνυξ
στερρῶς
στερρωτικός
στερφίνα
στέρφινος
στέρφνιος
στερφόπεπλος
στέρφος
στερφόω
στέρφωσις
στερφωτήρ
στερχανά
στερχθείς
στέρω
στέρωμα
…
Στερόπη
Save
Bailly 2024
Στερόπη,
ης
(
ἡ
) Stéropè,
f.
Nonn.
D.
3, 337
.
Étym.
cf. le préc.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}