στάθμημα
στάθμημα, calculation, estimate
στάθμ-ημα, ατος, τό,
- calculation, estimate, τὰ τῆς ἑκάστου ψυχῆς σ. Ph. 1.614.
στάθμημα, ατος (τὸ) action de peser, Phil. 1, 614.
Étym. σταθμάω.