σταθηρός
στᾰθηρός, στᾰθηρότης,
- late forms of σταθερός, σταθερότης, the former in Ph. 1.244, Iamb. Comm.Math. 34 (Adv. -ρῶς Mich. in EN 592.24), the latter in Eustr. in EN 98.33.
σταθηρός, ά, όν [ᾰ] forme postér. de σταθερός, DH. Comp. p. 338.
σταθηρός, = σταθερός, EM.; μεσημβρίας σταθηρᾶς Alciphr. 3.12, u. sonst, auch als v.l.