Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
στασίασις
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
στᾶμεν
στάμεναι
σταμίν
σταμῖνες
σταμίς
σταμνάριον
Σταμνίας
σταμνίον
Στάμνιος
σταμνίσκος
στάμνος
Στάμνος
σταμνοῦρος
στάμων
στάν
στανύω
στάξ
στάξε
στάξις
στάξ’
σταρεῖ
σταρταγέτας
σταρτός
στᾴς
στάς
στασάνη
στασιάζω
στασιάρχης
στασιαρχία
στασίαρχος
στασίασις
στασιασμός
στασιαστής
στασιαστικός
στασιαστικῶς
στασίζω
Στασικράτης
στασιμοποιός
στάσιμος
στάσιμως
Στασῖνος
στασίνχαλκον
στασιοκοπέω
στασιοποιέω
στασιοποιία
στασιοποιΐα
στασιοποιός
Στάσιππος
στάσις
Στασίχορος
στασιώδης
στασίωρον
στασιωρός
στασιωτεία
στασιώτης
στασιωτικός
στασιωτικῶς
στάσκε
στάσκεν
στάσκον
στατά
…
στασίασις
Save
LSJ
στᾰσί-ᾰσις, εως, ἡ,
= sq. [στασιασμός],
IG
5(2).20.15 (Tegea).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}