σταμνάριον
σταμνάριον, wine-jar
σταμν-άριον, τό,
- Dim. of στάμνος, wine-jar, Eup. 204, Ephipp. 24.
σταμνάριον, ου (τὸ) [νᾰ] dim. de στάμνος, Eup. et Ephipp. (Com. fr. 2, 505 ; 3, 340).
σταμνάριον, τό, dim. von στάμνος, Ephipp. com. bei Ath. I.29e.