σταμνίσκος
σταμν-ίσκος, ὁ,
- = foreg. [σταμνίον, σταμνάριον, small wine-jar] 1, Inscr.Délos 372 B 24, al. (200 B.C.), Poll. 7.162.
σταμνίσκος, ὁ, dim. von στάμνος (?).