στάξ Save LSJ Bailly 2024 Pape στάξ, v. σταγών. *στάξ, seul. nom. pl. στάγες (αἱ) [ᾰ] c. σταγών, A. Rh. 4, 626. στάξ, = σταγών, Tropfen, nur im plur. στάγες, Ap.Rh. 4.626. S. σταγών.