στράγγευμα
στράγγευμα, act of hesitation
στράγγ-ευμα, ατος, τό,
- act of hesitation or delay, dub.cj. in Plu. Alex. 68 for στράτευμα codd. (τραῦμα Reiske).
στράγγευμα, ατος (τὸ) hésitation, lenteur, Plut. Alex. 58 conj.
Étym. στραγγεύομαι.
στράγγευμα, τό, = σταγγεία, zw.