Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
στραγεύομαι
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
στραγγαλάω
στραγγάλη
στραγγαλιά
στραγγαλιάω
στραγγαλίζω
στραγγάλιον
στραγγαλίς
στραγγαλισμός
στραγγαλιώδης
στραγγαλόομαι
στραγγαλόω
στραγγαλωτός
στραγγεία
στραγγεῖον
στράγγευμα
στραγγεύομαι
στραγγεύω
στραγγία
στραγγίας
στραγγίζω
στραγγίς
στραγγοειδῶς
στραγγός
στραγγουρέω
στραγγουρία
στραγγουριάω
στραγγουρικός
στραγγουριώδης
στράγγω
στραγγῶς
στραγεύομαι
στράγξ
στραγός
Στράμμενος
στραπή
στράπτω
στραταγέτας
στραταγέω
στρατάομαι
στραταρχέω
στρατάρχης
στραταρχία
στραταρχικός
στράταρχος
στρατάω
στρατεία
Στρατεία
στράτειος
στράτευμα
στρατευματικός
στρατεύομαι
στρατευσείω
στρατεύσιμος
στράτευσις
στρατευτέον
στρατευτέος
στρατευτικός
στρατεύω
στρατή
στρατηγεῖον
στρατηγέτης
…
στραγεύομαι
Save
LSJ
στραγεύομαι, v. στραγγεύομαι.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}