στραγγίας
στραγγίας, wheat
στραγγίας πυρός, ὁ,
- a kind of wheat, Thphr. CP 3.21.2.
στραγγίας, ου, adj. m. : πυρός, Th. C.P. 3, 21, 2, sorte de froment.
στραγγίας, ὁ, πυρός, eine Weizenart, Theophr.