στραγγουρικός
στραγγουρικός, liable to, suffering from strangury
στραγγουρ-ικός, ή, όν,
- liable to, suffering from strangury, Hp. Morb. 4.55: τὰ σ.,= στραγγουρία, Id. Coac. 444; πάθη Epicur. Fr. 138.
στραγγουρικός, ή, όν, qui concerne la strangurie, Hpc. 543, 23 ; Plut. M. 1089e ; τὰ στραγγουρικά, Hpc. Coac. 190, c. στραγγουρία.
στραγγουρικός, ή, όν, am Harnzwange leidend ; πάθη, Plut. sec. Epic. 5, τὰ στρ., = στραγγουρία.