στύμα
στύμα,
- v. στόμα.
- II dub.sens. in PTeb. 815 Fr. 6 iii 58 (iii B.C.), and in Hsch. s.v. στυαγόν.
στύμα, v. στόμα.
στύμα, ατος, τό,
Aeolic for στόμα.