Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
στυλωτός
στυλωτός, having pillars
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
στύγνασις
στυγνηγόρος
στυγνία
στυγνοποιέω
στυγνοποιός
στυγνός
στυγνότης
στυγνόχροος
στυγνόω
στύγνωσον
στυγοδέμνιος
στυγόδεμνος
στύγος
στυλάριον
στυλίδιον
στυλίζω
στυλίον
στυλίς
στυλίσκος
στυλίτης
στυλῖτις
στυλοβάτης
στυλογλύφος
στυλοειδής
στυλοπινάκιον
στῦλος
στύλος
στυλόω
στύλωμα
στύλωσις
στυλωτός
στύμα
στῦμα
στύμεον
στῦμμα
στύμμα
στυμνός
Στυμφαία
Στυμφάλιος
Στυμφαλίς
Στύμφαλος
Στυμφήλιος
Στυμφηλίς
Στύμφηλος
Στύξ
στύξ
στύξαι
στύξαιμι
στυπάζει
στυπάζω
στύπαξ
στύπεα
στυπεῖον
στυπειοπώλης
στύπειος
στύπη
στύπινος
στύπιον
στυπιοποιός
στυπιοπώλης
στυπογλύφος
…
στυλωτός
Save
στυλωτός, having pillars
LSJ
στῡλ-ωτός, ή, όν,
having pillars,
Sch.
Il.
20.11.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}