στυλοπινάκιον
στυλοπινάκιον, a pillar with figures on it
στῡλο-πῐνάκιον [ᾰ], τό,
- pillar with figures on it, AP 3 tit. (Cyzicus).
στυλο·πινάκιον, ου (τὸ) [ῡῐᾰ] colonne ornée de peintures, Anth. 3 titre.
Étym. στ. πίναξ.
στυλοπινάκιον, [ῡ], τό, Säule mit Bildnissen, Titul. Anth. lib. III. ἐπιγράμματα, ἃ εἰς τὰ στυλοπινάκια ἐγέγραπτο.
στυλοπινάκιον
στῡλο-πῐνάκιον, ου, τό,
- a pillar with figures on it, Anth.