Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
στυλίον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
στύγει
στυγερός
στυγερότης
στυγερώπης
στυγερωπός
στυγερῶς
στυγέω
στύγημα
στυγηρός
στυγητός
Στύγιος
στύγιος
στυγνάζω
στυγναλέος
στύγνασις
στυγνηγόρος
στυγνία
στυγνοποιέω
στυγνοποιός
στυγνός
στυγνότης
στυγνόχροος
στυγνόω
στύγνωσον
στυγοδέμνιος
στυγόδεμνος
στύγος
στυλάριον
στυλίδιον
στυλίζω
στυλίον
στυλίς
στυλίσκος
στυλίτης
στυλῖτις
στυλοβάτης
στυλογλύφος
στυλοειδής
στυλοπινάκιον
στῦλος
στύλος
στυλόω
στύλωμα
στύλωσις
στυλωτός
στύμα
στῦμα
στύμεον
στῦμμα
στύμμα
στυμνός
Στυμφαία
Στυμφάλιος
Στυμφαλίς
Στύμφαλος
Στυμφήλιος
Στυμφηλίς
Στύμφηλος
Στύξ
στύξ
στύξαι
…
στυλίον
Save
LSJ
στῡλ-ίον, τό, Dim. of
στῦλος,
dub. in
Sammelb.
2025b.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}