Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
συγγεοῦχος
συγγεοῦχος, fellow
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
σύγγαμβροι
σύγγαμβρος
συγγαμέτης
συγγαμέω
συγγαμία
σύγγαμος
συγγάμος
συγγανύσκομαι
συγγείτνιος
συγγείτων
συγγελάω
συγγενεαλογέω
συγγένεια
συγγένειος
συγγενέτειρα
συγγενέτης
συγγενέτις
συγγενεύς
συγγένημα
συγγενής
συγγένησις
συγγενήτωρ
συγγενικός
συγγενικῶς
συγγενίς
συγγεννάω
συγγέννημα
συγγεννήτωρ
συγγενοκτόνος
συγγενῶς
συγγεοῦχος
συγγέρων
συγγεύομαι
συγγεωργέω
συγγέωργος
συγγεωργός
συγγηθέω
συγγηράσκω
συγγηράω
σύγγηρος
συγγίγνομαι
συγγιγνώσκω
συγγίνομαι
συγγινώσκω
συγγλοιόομαι
σύγγνοια
συγγνώμη
συγγνωμονέω
συγγνωμονητέον
συγγνωμονικός
συγγνωμονικῶς
συγγνωμοσύνη
συγγνώμων
συγγνωρίζω
σύγγνωσις
συγγνωστέα
συγγνωστέος
συγγνωστός
συγγογγυλίζω
συγγογγύλλω
συγγομφόω
…
συγγεοῦχος
Save
συγγεοῦχος, fellow
LSJ
συγγεοῦχος, ὁ,
fellow
-
γεοῦχος,
Arch.Pap.
1.209 (Ptolemaic).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}