συγκατακτείνω
συγκατακτείνω, to slay together
συγκατα-κτείνω,
- slay together, aor. 2 part., συγκατακτὰς . . βοτὰ καὶ βοτῆρας S. Aj. 230 (lyr.); but -έκτᾰνον E. Or. 1089.
συγ·κατακτείνω, anc. att. ξυγ·κατακτείνω, tuer avec, massacrer, Soph. Aj. 230 (ao. 2 part. ξυγκατακτάς) ; Eur. Or. 1089 (ao. 2 ξυγκατέκτανον [τᾰ]).
συγκατακτείνω, (κτείνω), mit od. zugleich töten ; συγκατακτὰς βοτὰ καὶ βοτῆρας, Soph. Aj. 226, συγκατέκτανον, Eur. Or. 1089.
συγκατακτείνω
aor2 -κατέκτανον
irr. part. -κατακτάς
- to slay together, Soph., Eur.