συγκατακολουθέω
συγκατακολουθέω, follow together
συγκατᾰκολουθέω,
- follow together, τινι Str. 17.1.34.
συγ·κατακολουθέω-ῶ [ᾰκ] accompagner, dat. Str. 809.
συγκατακολουθέω, mit folgen, Strab.