συγκατηρεφής
συγκατηρεφής, quite covered
συγκατηρεφής, ές,
- quite covered, Lyc. 1280.
συγ·κατηρεφής, ής, ές, entièrement couvert de, dat. Lyc. 1280.
συγκατηρεφής, ές, ganz bedeckt, Lycophr. 1279.
συγκατηρεφής, quite covered