About Report a problem

Menu

συγκατορύσσω

συγκατορύσσω, to bury with

συγκατ-ορύσσω, Att. συγκατορύττω,
  • bury with, τί τινι Plu. Lys. 30, cf. Luc. Luct. 14; ἐφεξῆς τῷ Λημοκρίτῳ τὸν Παρμενίδην Plu. Col. 2.1113e:— Pass., σ. τινί Satyr. 3.

Saved

Recent