Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
συγκεκομμένως
συγκεκομμένως, concisely
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
συγκατεύχομαι
συγκατέχω
συγκατηγορέω
συγκατηγόρημα
συγκατηγορηματικός
συγκατηγόρησις
συγκατήγορος
συγκάτημαι
συγκατηρεφής
συγκατοικέω
συγκατοικία
συγκατοικίζω
συγκατοικτίζομαι
συγκατοικτίζω
συγκατολισθαίνω
συγκατολισθάνω
συγκατορθόω
συγκατορύσσω
συγκατορύττω
συγκάττυσις
συγκαττυστής
συγκαττύω
σύγκαυσις
συγκαχρύω
συγκάω
συγκέας
σύγκειμαι
συγκειμένως
συγκέκλημαι
συγκέκλῃμαι
συγκεκομμένως
συγκεκραμένως
συγκεκροτημένως
συγκελαρύζω
συγκελεύω
συγκελλάριος
συγκέλλω
συγκενόω
συγκεντέω
συγκεντρογραφέω
συγκέντρωσις
συγκεράννυμι
συγκεραννύω
συγκέρασμα
συγκερασμός
συγκεραστός
συγκερατίζομαι
συγκεραυνόω
συγκεράω
συγκερκίζω
συγκεφαλαιόω
συγκεφαλαίωμα
συγκεφαλαίωσις
συγκεφαλαιωτέον
συγκεφαλαιωτικός
συγκεχυμένως
συγκηδεστής
συγκηδεύω
συγκηρέω
συγκηρύσσω
συγκινδυνευτέον
…
συγκεκομμένως
Save
συγκεκομμένως, concisely
LSJ
συγκεκομμένως, Adv. of
συγκόπτω,
concisely,
AB
751.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}