συγκατοικτίζω Save Pape συγκατοικτίζω, mit bemitleiden, im med., Soph. οἷα πάσχω συγκατοικτιουμένη, Trach. 532, Schol. σὺν ὑμῖν θρηνοῦσα, sich mit betrauern lassen.