συγκεκραμένως
συγκεκραμένως, attemperate
συγκεκραμένως,
- = Lat. attemperate, Gloss.
συγκεκραμένως, [ᾱ], adv. part. perf. pass. zu συγκεράννυμι, gemischt, Sp.
συγκεκραμένως, attemperate