συγκατοικέω
συγκατοικέω, to dwell with
συγκατοικ-έω,
- dwell with one, τινι Plu. Per. 20: metaph., γέρων γέροντι συγκατῴκηκεν πίνος S. OC 1259.
συγ·κατοικέω-ῶ, habiter avec, dat. Plut. Per. 20 ; fig. Soph. O.C. 1259.
συγκατοικέω, mit bewohnen, τῆς (ἐσθῆτος) ὁ δυσφιλὴς γέρων γέροντι συγκατῴκηκεν πίνος, Soph. O.C. 1261.
συγκατοικέω
fut. ήσω
- to dwell with one, τινί Soph.