About Report a problem

Menu

συγκατοικέω

συγκατοικέω, to dwell with

συγκατοικ-έω,
  • dwell with one, τινι Plu. Per. 20: metaph., γέρων γέροντι συγκατῴκηκεν πίνος S. OC 1259.

Saved

Recent