συγκυρκανάω Save LSJ Bailly 2024 Pape συγκυρκᾰνάω, = συγκυκάω, Epin. 1.8. συγ·κυρκανάω-ῶ [κᾰ] c. συγκυκάω, Epinic. (Ath. 432c). συγκυρκανάω, = συγκυκάω, Epinic. bei Ath. X.432c.