συγκύρω
συγκύρω, appertain
συγκύρω [ῡ],
- appertain, τὸ ἱερὸν καὶ τὰ -κύροντα appurtenances, OGI 52.1 (Ptolemais, iii B.C.), cf. PCair.Zen. 460 (iii B.C.), POxy. 247.29 (i A.D.); τῇ σιτηρᾷ ἀπομοίρᾳ OGI 55.20 (Telmessus, iii B.C.): also συγκῠρέω, πᾶν τὸ συγκυροῦν Phld. Rh. 2.64 S.; τὰ -κυροῦντα POxy. 907.9 (iii A.D.).
*συγ·κύρω (ao. συνέκυρσα) c. συγκυρέω, Il. 23, 435 ; Soph. O.C. 1404 ; Eur. Andr. 1172.
†συγκύρω
[συγ-, συν- 2.]
3 pl. aor. opt. συγκύρσειαν.
To come together, collide : μὴ συγκύρσειαν ἵπποι Il. 23.435.