συγχαρτικός
συγχαρτικός, congratulatory
συγχᾰρτικός, ή, όν,
- congratulatory, J. BJ 4.10.6 (v.l. συγχαρητικός, which occurs in Zonar. and in Ph. 1.81 (ubi συγχαριτικόν cod. M)).
συγχαρτικός, ή, όν, c. συγχαρητικός, Jos. B.J. 4, 10, 6.
συγχαρτικός, ή, όν, = συγχαρητικός, Sp.