συγκυρία
συγκυρία, coincidence
συγκῠρ-ία, ἡ, = foreg., τὰ ἀπὸ συγκυρίης λυπήματα γνώμης
- chance annoyances, Hp. Hum. 9; διὰ συγκυρίην Id. VM 10; κατὰ συγκυρίαν Ev.Luc. 10.31, Eust. 376.12.
συγκυρία, ας (ἡ) [κῠ] c. le préc. NT. Luc. 10, 31 ||
➳ Ion. συγκυρίη, Hpc. 49, 28, etc.
συγκυρία, ἡ, seltene Form für συγκύρησις, NT.
συγκυρία
from συγκῠρέω
συγκῠρία, ἡ,
- coincidence, κατὰ συγκυρίαν by chance, NTest.