συγχαρητικός Save LSJ Bailly 2024 Pape συγχᾰρητικός, ή, όν, = sq., q.v. συγχαρητικός, ή, όν [ᾰ] de félicitation, Phil. 1, 81. Étym. συγχαίρω. συγχαρητικός, ή, όν, zur Mitfreude od. zum Glückwünschen gehörig, Sp.