Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
συκάστρια
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
συζωοποιέω
σύζωος
συηβόλος
συῆλαι
συηνέω
Συήνη
συηνία
Συηνίτης
συηνός
Σύθας
σύθην
συΐδιον
Συΐλλοι
σύϊνος
συκάζω
συκαλίς
συκαλλίς
συκαλόβον
συκαμινέα
συκαμινεών
συκαμίνη
συκαμίνινος
συκαμινοακάνθινος
συκάμινον
συκάμινος
συκαμινώδης
συκάριον
συκάς
συκάσιος
συκαστής
συκάστρια
συκέα
συκέη
σύκειον
συκεών
συκῆ
Συκή
συκηγορία
συκία
συκιδαφόρος
συκίδιον
συκίζω
Συκίνη
σύκινος
συκινόφυλλον
συκίον
συκίς
συκίτης
συκῖτις
συκοβασίλεια
συκόβιος
συκολογέω
συκολόγος
συκομάμας
συκομάμμας
συκομοραία
συκομορέα
συκομορία
συκομορίτης
συκομορίτης οἶνος
συκόμορον
…
συκάστρια
Save
Pape
συκάστρια
, [ῡ], ἡ, fem. zu συκαστής, Hesych.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}