συκηγορία Save LSJ Pape σῡκηγορία, ἡ, (σῦκον, ἀγορεύω) = συκοφαντία I.2, Hsch. συκηγορία, [ῡ], ἡ, = συκοφαντία, falsche Anklage, Verleumdung, Hesych.