συκοβασίλεια
συκοβασίλεια, royal figs
σῡκο-βᾰσίλεια, τά,
- royal figs, a very fine kind, Ath. 3.78a.
συκο·βασίλεια, ων (τὰ) [ῡῐ] figues royales, sorte de belles figues, Ath. 78a.
Étym. σῦκον, βασιλεύς.
συκοβασίλεια, [ῡ], τά, Königsfeigen, eine edle Feigenart, die getrocknet βασιλίδες hießen, Ath. III.78a.