συμβιωτάριον Save συμβιωτάριον, elixir LSJ Bailly 2024 συμβῐωτάριον, τό, elixir, Ruf. ap. Orib. 8.47.19. συμβιωτάριον, ου (τὸ) sorte d’élixir, Ruf. (Orib. 2, 278 B.-Dar.). Étym. συμβιόω.