Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
συμβιότη
συμβιότη, wife
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
σύμβασις
συμβαστάζω
συμβατέος
συμβατεύω
συμβατήριος
συμβατικός
συμβατικῶς
συμβατόν
συμβατός
συμβεβαιόω
συμβεβαιωτής
συμβεβάναι
συμβεβηκότως
συμβεβηλόω
συμβελής
συμβελτιόομαι
συμβεννίων
συμβηματίζω
συμβησείω
συμβία
συμβιάζομαι
συμβιάζω
συμβιβάζω
συμβίβασις
συμβιβασμός
συμβιβαστής
συμβιβαστικός
συμβιβῶ
σύμβιος
συμβιοτεύω
συμβιότη
συμβίοτος
συμβιόω
συμβίωσις
συμβιωτάριον
συμβιωτέον
συμβιωτέος
συμβιωτής
συμβιωτικός
συμβιωτός
συμβλάπτω
συμβλαστάνω
συμβλαστής
συμβλέπω
συμβλήδην
σύμβλημα
συμβλήμην
συμβλής
συμβλήσεαι
σύμβλησις
συμβλήσομαι
συμβλητέον
συμβλητέος
συμβλητικός
συμβλητός
συμβλύζω
συμβλύω
συμβοάω
συμβοήθεια
συμβοηθέω
συμβοηθητικόν
…
συμβιότη
Save
συμβιότη, wife
LSJ
συμβῐ-ότη, ἡ,
wife,
JHS
19.296 (Galatia),
BCH
21.94 (Paphlagonia).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}