συμπαραπίπτω
συμπαραπίπτω, occur to
συμπαρα-πίπτω,
- occur to, θεωρήματα οὔπω ἡμῖν συμπαραπεπτωκότα prob. in Archim. Eratosth. p.430 H.
συμπαραπίπτω, occur to