συνδιάκτορος
συνδιάκτορος, a fellow διάκτορος
συνδῐάκτορ-ος, ὁ,
- fellow-διάκτορος, of Hermes, Luc. Cont. 1.
συν·διάκτορος, ου (ὁ) qui conduit ou transporte avec un autre, Luc. Char. 1.
συνδιάκτορος, ὁ, der mit überfährt, Luc. Cont. 1.
συνδιάκτορος, ὁ,
- a fellow -διάκτορος, i. e. a mate of Hermes, Luc.