συνδιαίρω
συνδιαίρω, help to lift upwards
συνδι-αίρω,
- help to lift upwards, ἵππος . . τῷ ὁμοζύγῳ σ. τὸ ὄχημα Them. Or. 20.234c.
συνδιαίρω, help to lift upwards