συνδίαιτος
συνδῐαιτ-ος, ὁ,
- = συνδιαιτητής II, Ant.Lib. 30.4; θεῶν Tz. H. 5.464; τινι Hierocl. p.54 A.
συν·δίαιτος, ος, ον, qui vit avec un autre, A. Lib. 30, 4 ; avec le dat. Hiérocl. (Stob. Fl. 79, 53).
Étym. σ. δίαιτα.
συνδίαιτος, = συνδιαιτητής 1, Schol. Od. 1.238 u. a.Sp., wie Hierocles bei Stob.