συνδιαλυμαίνομαι
συνδιαλυμαίνομαι, help to ruin
συνδια-λῡμαίνομαι,
- help to ruin, D.H. 1.23.
συν·διαλυμαίνομαι [λῡ] corrompre avec, DH. 1, 23.
συνδιαλυμαίνομαι, [λῡ], mit od. zugleich verderben, Dion.Hal. 1.23.