συνδιαλλάσσω
συνδιαλλάσσω, to help in reconciling
συνδιαλλάσσω, Att. συνδιαλλάττω,
- help in reconciling, ἵνα συνδιαλλάττωσιν αὐτῷ τοὺς Ἁλεῖς πρὸς τοὺς Φαρσαλίους D. 19.36, cf. Plu. Lys. 8, etc.:— fut. Pass. συνδιαλλαχθήσομαι Men. Pk. 428.
- II alter together, A.D. Adv. 162.1 (Pass.).
συν·διαλλάσσω, att. -άττω :
1 aider à réconcilier ; τινί τινα, Dém. 352, 17 ; Plut. Lys. 8, qqn avec qqn ||
2 changer ensemble, Dysc. Adv. p. 572, 4 Bkk.
συνδιαλλάσσω, mit od. zugleich versöhnen, aussöhnen, τινὰ πρός τινα, Dem. 19.36 u. Sp.
συνδιαλλάσσω
Attic -ττω
fut. ξω
- to help in reconciling, τινὰ πρός τινα Dem.