συνδιαμάχομαι
συνδιαμάχομαι, fight to the end together
συνδια-μάχομαι [μᾰ],
- fight to the end together, ὑπὲρ τῶν δευτερείων νῷ πρὸς ἡδονήν Pl. Phlb. 66e.
συν·διαμάχομαι [μᾰ] combattre jusqu’au bout avec, Plat. Phil. 66e.
συνδιαμάχομαι, (μάχομαι), mit durchkämpfen, ὑπέρ τινος πρός τινα, Plat. Phil. 66e.