συνεοχμός
συνεοχμός, a joining, joint
συνεοχμός, ὁ, poet. for *συνοχμός,
- = συνοχή, joining, joint, κεφαλῆς τε καὶ αὐχένος ἐν συνεοχμῷ Il. 14.465.
συν·εοχμός, οῦ (ὁ) jointure, Il. 14, 465.
Étym. p. *συνϝοχμός, de σύν, ἔχω p. *ϝέχω = lat. veho ; v. ἔχω.
συνεοχμός, ὁ, poet. statt συνοχμός, = συνοχή, Zusammenhang, Verbindung ; κεφαλῆς τε καὶ αὐχένος ἐν συνεοχμῷ, Il. 14.465.
συνεοχμός
-οῦ, ὁ
[app. fr. συνέχω.]
A joining or joint : κεφαλῆς τε καὶ αὐχένος ἐν συνεοχμῷ Il. 14.465.
συνεοχμός (root ϝεχ, ὀχέω): junction, Il. 14.465†.
συνεοχμός
συν-εοχμός, οῦ, ὁ,
poetic for συνοχμός, συνοχή
- a joining, joint, Il.