About Report a problem

Menu

συνεοχμός

συνεοχμός, a joining, joint

συνεοχμός, ὁ, poet. for *συνοχμός,
  • = συνοχή, joining, joint, κεφαλῆς τε καὶ αὐχένος ἐν συνεοχμῷ Il. 14.465.

Saved

Recent