About Report a problem

Menu

σχοινοδρόμος

σχοινοδρόμος, rope-climber

σχοινο-δρόμος, ὁ,
  • rope-climber, ὁ ἐν τῇ νηῒ σ. Hsch. s.v. σχοινίον.

Saved

Recent