σχοινιοσυμβολεύς
σχοινιο-συμβολεύς, έως, ὁ,
- = σχοινιοστρόφος I.1, Poll. 7.160, AB 302:—also σχοινιο-σύμβολος, ὁ, Sch. Ar. Pax 37 (cod. Ven. σχοινιοσυνδέταις).
σχοινιοσυμβολεύς, ὁ, u. σχοινιοσυμβόλος, = σχοινιοστρόφος ; B.A. 302 ; Schol. Ar. Pax 35.