σχοινικός
σχοινικός, of the σχοῖνος
σχοιν-ῐκός, ή, όν,
- of the σχοῖνος (q.v.), ἄνθος Gp. 20.15; σχοινικά, τά, goods made of it, BGU 1121.21 (i B.C.).
σχοινικός, ή, όν, de jonc, Geop. 20, 15.
Étym. σχοῖνος.