σχοινίλος Save Bailly 2024 Pape σχοινίλος, ου (ὁ) bruant des roseaux, oiseau aquatique, Arstt. H.A. 8, 3, 13 (var. σχοίνικλος). Étym. σχοῖνος. σχοινίλος, ὁ, s. σχοίνικλος.